κλορκορτολόνη, η πιβαλική
[κλοκόρτολον]
clocortolone pivalate [Cloderm®]
[klorkortolo΄ni I pivaliki΄]
Ερμηνεία:
Τοπικό κορτικοστεροειδές μέτριας δραστικότητας.
Clocortolone pivalate: a topical corticosteroid with a unique structure.
Kircik LH.
J Drugs Dermatol. 2013 Feb;12(2):s3-4.
Ετυμολογία:
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:
Clocortolone pivalate: a topical corticosteroid with a unique structure. Kircik LH. J Drugs Dermatol. 2013 Feb;12(2):s3-4.
Συνώνυμα:
© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία:
|