αποχή, η
abstinence
άbστινενς
Ερμηνεία:
1.Aποχή από τη λήψη ορισμένων τροφίμων, οινοπνευματωδών ποτών, παρανόμων ουσιών, συνουσίας, π.χ. ο γιατρός συνέστησε πλήρη αποχή από το οινόπνευμα, the doctor recommended total abstinenc e from alcohol).
2.άφεξη(-ις),η. 3. νηστεία, η. 4.εγκράτεια, η

Ετυμολογία:
[abstineο (L.) απέχω από κάτι, to hold back]
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:
Abstinence from Masturbation and Hypersexuality.Zimmer F, Imhoff R.Arch Sex Behav. 2020 May;49(4):1333-1343.
Drug abstinence: exploring animal models and behavioral treatment strategies.Peck JA, Ranaldi R.Psychopharmacology (Berl). 2014 May;231(10):2045-58.
Abstinence and abstinence-only education: a review of U.S. policies and programs. Santelli J, Ott MA, Lyon M, Rogers J, Summers D, Schleifer R.J Adolesc Health. 2006 Jan;38(1):72-81.
Συνώνυμα:
refraining
Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »
© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Άλλες λέξεις στην κατηγορία Θεραπευτική:
|