Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  



χηρεύσει, εἶχε


Ερμηνεία:

(αυτός που του είχε πεθάνει η σύζυγος) [γ΄πρόσωπο ενικού.  υπερσυντελίκου οριστ.  του ρ. χηρεύω]



Ετυμολογία:

[(Αρχ.) χήρος (ουσιαστικοποιημένο ουσιστικό του επιθ. χήρος (στερημένος) < χήρα]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

… Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει,…[Ο έρωτας στα χιόνια].



Συνώνυμα:





© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παπαδιαμάντης Α.: