Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  



μπαταρία


Ερμηνεία:

Συστοιχεία, σειρά, σωρεία, σύνολο σειρών  αντιδραστηρίων, αυτόνομη συσκευή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας,  ηλεκτρικό στοιχείο,  ηλεκτρική στήλη. Π.χ.

 



Ετυμολογία:

[Μεσαιωνικά Γαλλικα < batterie (12oς αιώνας) μπαταργιά, καννονιοβολισμός < batre κτυπώ < (Λατιν.) battuere κτυπώ, κρούω

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

[The efficacy of supplementation with Flax Seed Powder was evaluated through a battery of clinico-biochemical parameters (η αποτελεσματικότητα της συμπληρωματικής χορήγησης σκόνης λιναρόσπορου αξιολογήθηκε μέσω μιας σειράς κλινικο-βιοχημικών παραμέτρων)

We apply a battery of modern biochemical and biophysical techniques, Εφαρμόζουμε μια σειρά από σύγχρονες βιοχημικές και βιοφυσικές τεχνικές.



Συνώνυμα:



 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: