Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  



ἀγοράν, τήν


Ερμηνεία:

 [η αγορά, της αγοράς, αι αγοραί, των αγορών (συνάθροιση, συνέλευση του λαού του δήμου, ορισμένος τόπος, στον οποίον γίνεται συνέλευση λαού, τόπος στον οποίον πωλούνται τρόφιμα)]



Ετυμολογία:

[< (Όμηρ.) ἀγείρω (συνάζω, συναθροίζω), συνέρχομαι, συναθροίζομαι) < ἡ ἀγορή < ἀγορά. Κ.Δ. 11 φορές].

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

...κα κατήρχετο ες τν παραθαλάσσιον γοράν... [Ο έρωτας στα χιόνια].



Συνώνυμα:





© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παπαδιαμάντης Α.: