Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  



λάλα, τά,


Ερμηνεία:

[τό λάλον]  αυτό που μιλάει πολύ, το πολυλογάδικο, το φλύαρο]



Ετυμολογία:

[< (Αρχ.) λαλώ (λέγω, λέω, μιλάω)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

... καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ  ... [Ο έρωτας στα χιόνια].



Συνώνυμα:





© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παπαδιαμάντης Α.: