Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  



εὐτυχία, η


Ερμηνεία:

[το να συνοδεύεται η ζωή σου από καλή τύχη, να είσαι υγιής, να ευημερείς, να επιτυγχάνεις ό,τι επιδιώκεις. Η ευτυχία δεν είναι συνεχής ]  



Ετυμολογία:

[ (Αρχ.) εὐ- [(επιρρ.) καλώς, καλά, ορθώς, ορθά, σωστά + τύχη (σύμπτωση απροόπτων γεγονότων, η μοίρα, το πεπρωμένο, το ριζικό)] [Ηροδ, , Τραγικοί, Πλατ., Θουκ.]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

 ... τὸ μόνον ροῦχον ὁποῦ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας τοῦ χρόνους, καὶ  ...[ Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια]



Συνώνυμα:





© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παπαδιαμάντης Α.: