Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

oυρητήριο

     uriti΄rio    
urinal

     γιούριναλ , γιουράϊναλ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Kατασκευή κατάλληλη για να αποβάλλει κανείς ούρα ή χώρος ή κατασκευή στην οποία μπορεί κανείς να ουρεί.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Supporting women with toileting in palliative care: use of the female urinal for bladder management. Farrington N, Hill T, Fader M, Richardson A. Int J Palliat Nurs. 2016 Nov 2;22(11):524-533.

[Fitting a male sheath urinal while respecting the patient's intimacy].Derville S, Cellard Du Sordet P, Breuzard M, Béguin AM, Malaquin-Pavan E. Soins. 2015 Apr;(794):32-4.

[Sea voyages with urinal and vomit bucket - travel and medicinal utensils for crusades and pilgrimages to the holy land]. Fleischer GM. Zentralbl Chir. 2012 Dec;137(6):587-91. doi: 10.1055/s-0031-1271431. Epub 2011 May 3. German. No abstract available.

 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Υγιεινή: