Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ωτομυκητίαση

     otomikiti΄asi    
otomycosis

     οτομαϊκόσις    

Ερμηνεία:

Χρόνια λοίμωξη του έξω ακουστικού πόρου από μύκητες σε φυσιολογικά, αλλά συνηθέστερα σε αυτιά με χρόνια μέση ωτίτιδα, χρονία ωτόρροια και διάτρηση του τυμπάνου.            



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Effectiveness of 3 per cent boric acid in 70 per cent alcohol versus 1 per cent clotrimazole solution inotomycosis patients: a randomised, controlled trial. Romsaithong S, Tomanakan K, Tangsawad W, Thanaviratananich S. J Laryngol Otol. 2016 Sep;130(9):811-5. doi: 10.1017/S0022215116008598.

Large discrepancies in otomycosis treatment in private ear, nose, and throat clinics in Denmark. Arndal E, Glad H, Homøe P. Dan Med J. 2016 May;63(5). pii: A5231.

A comparison of Locacorten-Vioform and clotrimazole in otomycosis: A systematic review and one-way meta-analysis. Herasym K, Bonaparte JP, Kilty S. Laryngoscope. 2016 Jun;126(6):1411-9. doi: 10.1002/lary.25761.



Συνώνυμα:
ωτομύκωση





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ωτορινολαρυγγολογία: