Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ωαγωγικός, -ή, -ό

     oaγoγikόs, -i΄, -ό    
oviducal, oviductal

     οβιdούκαλ, οβιdούκταλ    

Ερμηνεία:

Αυτός  που ανήκει η αναφέρεται στους ωαγωγούς



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

In Vitro and in vivo developmental competence of dromedary (Camelus dromedarius) embryos produced in vitro using two culture systems (mKSOMaa and oviductal cells). Khatir H, Anouassi A, Tibary A. Reprod Domest Anim. 2005 Jun;40(3):245-9.

Influence of ovine oviducal amino acid concentrations and an ovine oestrus-associated glycoprotein on development and viability of bovine embryos. Hill JL, Wade MG, Nancarrow CD, Kelleher DL, Boland MP. Mol Reprod Dev. 1997 Jun;47(2):164-9

In vivo and in vitro protein synthesis of oviducal pars recta by estradiol effect. Mansilla-Whitacre ZC, Fernández SN, Miceli DC. Comp Biochem Physiol Comp Physiol. 1992 May;102(1):59-65.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ανατομική: