Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ψευδοερυσίπελας, το

     psevδperysi΄pelas    
pseudoerysipelas; erysipeloid

     σιουdοερισίπελας, ερυσιπελοϊd    

Ερμηνεία:

1. Δερματική λοίμωξη που μοιάζει με ερυσίπελας. 2.  Λοιμώδης δερματοπάθεια που μεταδίδεται στα άτομα που επεξεργάζονται ψάρια ή κρέας μολυσμένα από το θετικό κατά gram βακτηρίδιο  Erysipelothrix rhusiopathiae και χαρακτηρίζεται από ερυθρές βλάβες των χεριών. Η νόσος αυτοπεριορίζεται μέσα σε τρείς ημέρες.



Ετυμολογία:

[ερυσίπελας + είδος]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Cutaneous Erysipelothrix rhusiopathiae (erysipeloid) infection in an immunocompromised child. Boyd AS, Ritchie C, Fenton JS.Pediatr Dermatol. 2014 Mar-Apr;31(2):232-5.

 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Δερματολογία: