Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ψευδάνθρακας

     psevδa’nthrakas    
carbuncle

     κάρbανκουλ    

Ερμηνεία:

1. Βαθιά εντοπιζόμενη πυογόνος λοίμωξη του δέρματος και του υποδορίου ιστού, υπό μορφή συρροής δοθιήνων, που συνήθως ξεκινάει από μολυνθέντες θυλάκους τριχών. 2. Συν. Του άνθρακα.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Forehead carbuncle with intractable headache. Ping-yin Chou, Yin-Chun Chen, Poyin Huang. Neuropsychiatr Dis Treat. 2015; 11: 793–795. 
 
[Renal carbuncle and perirenal abscess in children and adolescents]. Steiß JO, Hamscho N, Durschnabel M, Burchert D, Hahn A, Weidner W, Altinkilic B. Urologe A. 2014 Oct;53(10):1476-81. doi: 10.1007/s00120-014-3563-8.

Granulicatella adiacens--an unusual causative agent for carbuncle. Swain B, Otta S. Indian J Pathol Microbiol. 2012 Oct-Dec;55(4):609-10. doi: 10.4103/0377-4929.107859.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Δερματολογία: