Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ψαμμωματώδης, -ης, -ες

     psamomato’δis, -is, -es    
psammomatous

     σαμόματους    

Ερμηνεία:

Αυτός  που μοιάζει με ψάμωμα ή έχει ψαμμωμοσσωμάτια  και αναφέρεται σε ορισμένους τύπους μηνιγγιώματος ή στην υπερπλασία των μηνίγγων με ψαμμωμοσωμάτια.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

 
Extensive psammomatous calcification of the uterus and cervix associated with a uterine serous carcinoma. R I Cameron, W G McCluggage. J Clin Pathol. 2004 August; 57(8): 888–890. doi: 10.1136/jcp.2004.017004


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογική Ανατομική: