Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

χορτάρι

     πάστιουρς    
pastures

     chortári     

Ερμηνεία:

1. Τα αγρωστώδη που καλλιεργούνται ή υπάρχουν ως αυτοφυή σε εκτάσεις γης και χρησιμεύουν ως ζωοτροφή. 2.  Βοσκότοπος, λειβάδι.



Ετυμολογία:

Λατινικά pastus<, μετοχή αορίστου του ρήματος pascere (ταϊζω, θρέφω)

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

In Situ Persistence and Migration of Biochar Carbon and Its Impact on Native Carbon Emission in Contrasting Soils under Managed Temperate Pastures. Singh BP, Fang Y, Boersma M, Collins D, Van Zwieten L, Macdonald LM. PLoS One. 2015 Oct 28;10(10):e0141560. doi: 10.1371/journal.pone.0141560. eCollection 2015.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Περιβαλλοντική Ιατρική: