Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

χηνοδιόλη, η

     chnoδio΄li    
chenodiol [Chenix®]

     κενοDάϊολι    

Ερμηνεία:

Aντιλιθιασικό, το οποίο αυξάνει την ποσότητα των χολικών οξέων σε σχέση με τη χοληστερόλη.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

 The effects of chenodiol on biliary lipids and their association with gallstone dissolution in the National Cooperative Gallstone Study (NCGS). S M Grundy, S P Lan, J Lachin. J Clin Invest. 1984 April; 73(4): 1156–1166.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: