Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

φυτάτη

     [φάϊτεϊτ]    
phytate

     [fita΄ti]    

Ερμηνεία:

Η φυτάτη είναι ένα άλας ή ένας εστέρας του φυτικού οξέος που υπάρχει στα φυτά και ιδιαιτέρως στους σπόρους των δημητριακών και των οσπρίων. Το φυτικό οξύ  μπορεί και σχηματίζει αδιάλυτα συμπλέγματα με το ασβέστιο, ψευδάργυρο, σίδηρο και άλλα θρεπτικά συστατικά , παρεμποδίζοντας έτσι την απορρόφησή τους από το έντερο.

Οι φυτάτες περιορίζονται από τα όσπρια, αν αυτά που πρόκειται να μαγειρευτούν τποπθετηθούν μέσα σε δοχείο με νερό, τη νύχτα προ τοου μαγειρέματος.

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Reduction of Phytate in Soy Drink by Fermentation with Lactobacillus casei Expressing Phytases From Bifidobacteria. García-Mantrana I, Monedero V, Haros M. Plant Foods Hum Nutr. 2015 May 24

Phytate: impact on environment and human nutrition. A challenge for molecular breeding. Lisbeth Bohn, Anne S. Meyer, Søren K. Rasmussen. J Zhejiang Univ Sci B. 2008 March; 9(3): 165–191.


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Διατροφολογία: