Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

φανατικός

     fanatiko΄s    
fanatic

     φανάτικ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Πρόσωπο που προσηλώνεται δογματικά με υπερβολικό ζήλο σε μια θρησκευτική πίστη ή δοξασία ή μια πολιτική ιδεολογία.



Ετυμολογία:

(Latin) fanaticus, a, um (ιερομανής, θεομανής, θεόληπτος) < fanus (τέμενος, ιερόν, ναός, ιερός τόπος). Στεφ. Κουμανούδης, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

John Yudkin: a global health fanatic. Mohammadi D. Lancet Diabetes Endocrinol. 2015 Aug;3(8):593. doi: 10.1016/S2213-8587(15)00259-4. Epub 2015 Jul 12. 

[A fanatic female walker with a painful right ankle]. Vles GF, Beertema-Knols W. Ned Tijdschr Geneeskd. 2014;158:A7726. Dutch.

Between the quack and the fanatic: movements in our self-belief. Bolton J. Med Health Care Philos. 2011 Aug;14(3):281-5. doi: 10.1007/s11019-011-9313-4.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχολογία: