Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

υποκύπτω

     ipoki΄pto    
succumb

     σακάμb    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Υποχωρώ και υποτάσσομαι στις απόψεις του άλλου.

Αδυναμία προβολής αντίστασης στη θέληση ή στις απαιτήσεις κάποιου.

Στην ιατρική ο γιατρός μπορεί να υποκύψει στις πιέσεις του ασθενούς, για να του συνταγογραφήσει φάρμακο.

Πεθαίνω από κάποια νόσο ή ατύχημα.



Ετυμολογία:

https://www.etymonline.com/word/succumb

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

GPs succumb to patient pressure as antibiotic prescribing surges by 40 per cent. [No authors listed], Nurs Stand. 2014 Aug 5;28(48):0.

Married women less likely to succumb to heart disease. [No authors listed], Harv Heart Lett. 2014 Jun;24(10):8.

Cell biology. STAP cells succumb to pressure. Normile D, Vogel G. Science. 2014 Jun 13;344(6189):1215-6. doi: 10.1126/science.344.6189.1215.

Why Emergency Nurses Are Said to Succumb to "Burnout" While Other Nurse Specialties Are Said to Succumb to "Compassion Fatigue"; Is There a Difference?[No authors listed], J Emerg Nurs. 2019 Jan;45(1):4-5. doi: 10.1016/j.jen.2018.11.008. 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: