Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

υπεροσμία

     iperosmi΄a    
hyperosmia (or ‘superosmia’)

     χαϊπερόσμια (ορ σιούπερόσμια)    

Ερμηνεία:

Ποιοτικά αυξημένη οσφρητική ικανότητα αντίληψης οσμών, σε ανώμαλο βαθμό. Πρόκειται για μια σπάνια οσφρητική δυσλειτουργία που σχετίζεται με τις κρίσεις ημικρανίας

 



Ετυμολογία:

υπερ- hyper- + οσμή [osmι; )smell + -ia

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Methotrexate, hyperosmia, and migraine. Zargari O. Dermatol Online J. 2006 Dec 10;12(7):28.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ωτορινολαρυγγολογία: