Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

τριβή (δοντιών)

     trivi΄ (δontio΄n)    
wear

     γουέα    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Φθορά δοντιών.  Ο όρος χρησιμοποιείται για περιγράψει τη φθορά λόγω τροβής ή αποτριβής, π.χ. των δοντιών (αποτριβή οδόντων, tooth wear,  cclusal wear, συγκλεισιακή τριβή)



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

General and erosive tooth wear of 16-year-old adolescents in Kuantan, Malaysia: prevalence and association with dental caries. Ab Halim N, Esa R, Chew HP. BMC Oral Health. 2018 Jan 12;18(1):11. doi: 10.1186/s12903-017-0451-9.

Type and timing of dietary acid intake and tooth wear among American adults. Al-Zwaylif LH, O'Toole S, Bernabé E. J Public Health Dent. 2018 Jan 11. doi: 10.1111/jphd.12264.

Precision of 655nm Confocal Laser Profilometry for 3D surface texture characterisation of natural human enamel undergoing dietary acid mediated erosive wear. Mullan F, Mylonas P, Parkinson C, Bartlett D, Austin RS. Dent Mater. 2018 Jan 6. pii: S0109-5641(17)31175-2. doi: 10.1016/j.dental.2017.12.012. 



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Οδοντιατρική: