Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

τολύπιο

     [πλέτζετ]    
pledget

     [toli΄pio]    

Ερμηνεία:

Μικρό τεμάχιο βάμβακος ή γάζας, κατάλληλα τυλιγμένο και αποστειρωμένο και έτοιμο για χειρουργική ή άλλη ιατρική χρήση. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Improved pupil dilation with medication-soaked pledget sponges. Weddle C, Thomas N, Dienemann J.AORN J. 2013 Aug;98(2):131-43.

Three pledget technique for closure of muscular ventricular septal defects. Sharma R, Katewa A.World J Pediatr Congenit Heart Surg. 2012 Jul 1;3(3):377-8.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Χειρουργική: