Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

τενοντοπάθεια

     tenontopa΄thia    
tendinopathy

     τεντινόπαθι    

Ερμηνεία:

Οποιαδήποτε ανώμαλη κατάσταση ενός τένοντα. Ο όρος τενοντοπάθεια περιγράφει την κλινική διάγνωση του πόνου, που συνοδεύεται από περιορισμό της κινητικότητας και καμμιά φορά και από οίδημα κάποιου τένοντα. Στο παρελθόν ο όρος τενοντίτιδα, παρατενοντίτιδα και τεντίνωση χρησιμοποιούνταν αδιακρίτως, αντί του όρου τενοντοπάθεια, συχνά θεωρώντας αυτή την κατάσταση ως φλεγμονώδη. Αυτοί οι όροι όμως, μπορεί να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από ιστολογική επιβεβαίωση της φλεγμονής.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

President Bush and CMS issue rule in  "backhanded compliment" to hospice. Ober S, Craven G; Craven & Ober Policy Strategists, LLC.J Infus Nurs. 2008 Nov-Dec;31(6):331-2. doi: 10.1097/NAN.0b013e31818c07aa.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ορθοπεδική: