Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ταραχή

     [ατζιτέϊσον]    
agitation

     [tarachi΄]    

Ερμηνεία:

1. Ψυχοσωματική   ανησυχία,   αδημονία, ψυχική διέγερση, ταραχή, αναστάτωση, σύγχυση. 2. Ανάδευση, ανακάτεμα



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Long-term consequences of pain, anxiety and agitation for critically ill older patients after an intensive care unit stay. Jeitziner MM, Hamers JP, Bürgin R, Hantikainen V, Zwakhalen SM.J Clin Nurs. 2015 May 23.

Agitation of amyloid proteins to speed aggregation measured by ThT fluorescence: a call for standardization. Batzli KM, Love BJ. Mater Sci Eng C Mater Biol Appl. 2015 Mar;48:359-64.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχιατρική: