Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

σωματικός, -ή, ό

     somatiko΄s, -ι; -o΄    
physical

     [φίζικαλ]    

Ερμηνεία:

Παραδείγματα στην Ιατρική: physical examination (σωματική εξέταση), σωματικά χαρακτηριστικά (physical characteristics, klp)



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Lyndsay Somerville, Dianne Bryant, Kevin Willits, Andrew Johnson
BMC Musculoskelet Disord. 2013; 14: 60. Published online 2013 February 8. doi: 10.1186/1471-2474-14-60


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογία: