Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

στερημένος ύπνου

     steriménos ípnou    
sleep deprived

     σλιιπ dιπράϊβd     

Ερμηνεία:

Ο άϋπνος, αυτός που δεν κοιμήθηκε καθόλου ή κοιμήθικε λίγες ώρες. Αυτός πουυ κοιμήθηκε ή κοιμάται ανεπαρκώς



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Bruce Luber, Jason Steffener, Adrienne Tucker, Christian Habeck, Angel V. Peterchev, Zhi-De Deng, Robert C. Basner, Yaakov Stern, Sarah H. Lisanby
Sleep2013 June 1; 36(6): 857–871. Published online 2013 June 1. doi: 10.5665/sleep.2712
 
Adrienne M. Tucker, Yaakov Stern, Robert C. Basner, Brian C. Rakitin
Sleep2011 August 1; 34(8): 1039–1050. Published online 2011 August 1. doi: 10.5665/SLEEP.1158


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Νευρολογία: