Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

στεαρικό οξύ

     stearikό οx΄ι    
stearic acid

     [στεάρικ άσιd]    

Ερμηνεία:

Άχρωμο, άοσμο, κηροειδές κεκορεσμένο λιπαρό οξύ C18H36O2, που υπάρχει στα φυσικά ζωικά και φυτικά έλαια. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή, σαπουνιών, κεριών, λειαντικών και άλλων προιόντων. Το στερικό οξύ δεν διαταράσσει την υγιή αναλογία της χοληστερόλης και μετατρέπεται στο ήπαρ σε μονοακόρεστο λίπος που λέγεται ολεϊκό οξύ.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Low-temperature phase transformation studies in the stearic acid: C form. de Sousa FF, Freire PT, de Menezes AS, Pinheiro GS, Cardoso LP, Alcantara P Jr, Moreira SG, Melo FE, Mendes Filho J, Saraiva GD. Spectrochim Acta A Mol Biomol Spectrosc. 2015 Apr 8;148:280-288. 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: