Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

σταματώ απότομα

     stamatό apόtoma    
seize

     σίιζ    

Ερμηνεία:

To ρ. seize μπορεί να σημαίνει επίσης: Παίρνω κάτι με τη βία, κατάσχω, αρπάζω (άρπαξε την ευκαιρία, Seize every opportunity)

 


Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Obesity: seize the day, fight the fat. Polyzos SA, Mantzoros CS.Metabolism. 2019 Mar;92:1-5. 

Seize every opportunity'. Haidrani L.Nurs Manag (Harrow). 2017 Jan 30;23(9):39. doi: 10.7748/nm.23.9.39.s28.

Neurotechnologies Cannot Seize Thoughts: A Call for Caution in Nomenclature. MacDuffie KE, Goering S.AJOB Neurosci. 2019 Jan-Mar;10(1):23-25. doi: 10.1080/21507740.2019.1595779.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: