Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

σιλοσταζόλη, η

     silostazo΄lι    
cilostazol [Pletal®]

     σαϊλόσταζολ    

Ερμηνεία:

Η σιλοσταζόλη είναι αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ της κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης. Αναστέλλει τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλει  τη διάσπαση του cAMP με επακόλουθο την αύξηση του cAMP στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγεία, οδηγώντας στην αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και την αγγειοδιαστολή.

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Suppression of PU.1-linked TLR4 expression by cilostazol with decrease of cytokine production in macrophages from patients with rheumatoid arthritis Y Park, SW Lee , SH Baek, CW Lee, WS Lee, BY Rhim, KW Hong, CD Kim. Br J Pharmacol. 2013 March; 168(6): 1401–1411. Published online 2013 February 25.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: