Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ροχαλητό

     [σνόουριν]    
snoring

     [rochalito΄]    

Ερμηνεία:

[Συν. Ρεγχασμός] Είναι ήχος συνεχής, εισπνευστικός ή και εκπνευστικός, ανώμαλης ποιότητας. Παράγεται από τη μερική απόφραξη του ανώτερου αναπνευστικού, συνηθέστερα στην περιοχή του στοματοφάρυγγα ή της κατώτερης μοίρας του ρινοφάρυγγα. Πιστεύεται ότι παράγεται από δονήσεις της σταφυλής, της μαλθακής υπερώας, της γλώσσας και των κάθετων πτυχών του βλεννογόνου των τοιχωμάτων του φάρυγγα. Εκδηλώνεται κυρίως κατά την ώρα του ύπνου. Η συνηθέστερη αιτία επίμονου νυκτερινού ρεγχασμού στα παιδιά είναι η υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων και των αμυγδαλών. Στους ενήλικες κυριότερη αιτία ροχαλητού είναι η για οποιοδήποτε λόγω παρεμπόδιση της ρινικής αναπνοής, η παρουσία υπερτροφικών αμυγδαλών, η μικρή κάτω γνάθος, η υπερβολικά μεγάλη γλώσσα, η παχυσαρκία, ο υποθρεοειδισμός κ.α.

Δημήτριος Ν. Γκέλης Το ροχαλητό και η θεραπεία του. Κόρινθος 1997.

.

 



Ετυμολογία:

[Προέρχεται από το ρήμα ρέγχω ή ρέγκω που σημαίνει ροχαλίζω]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Snoring, Daytime Sleepiness, and Incident Cardiovascular Disease in The Health, Aging, and Body Composition Study Yohannes Endeshaw, Thomas B. Rice, Ann V. Schwartz, Katie L. Stone, Todd M. Manini, Suzanne Satterfield, Steven Cummings, Tamara Harris, Marco Pahor, for the Health ABC Study Sleep. 2013 November 1; 36(11): 1737–1745.  


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ωτορινολαρυγγολογία: