Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ρηχός, -ή,-ό

     [σάλοου]    
shallow

     [richos, -i΄-o΄]    

Ερμηνεία:

Ο αβαθής, - ής, -ές. Αυτός που δεν έχει μεγάλο βάθος. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

The influence of macrophytes on sediment resuspension and the effect of associated nutrients in a shallow and large lake (lake taihu, china). Zhu M, Zhu G, Nurminen L, Wu T, Deng J, Zhang Y, Qin B, Ventelä AM.PLoS One. 2015 Jun 1;10(6):e0127915.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: