Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

προφυλακτικό

         
condom [Syn. preservative, prophylactic, rubber]

     [profilaktikO]    

Ερμηνεία:

 [ασκός από λεπτό ελαστικό που μπορεί να εφαρμοστεί ασφαλώς και ερμητικά στο εν στήσει πέος, πριν από τη συνουσία. Το σχήμα του ελαστικού προφυλακτικού είναι σωληνοειδές και διατίθεται σε ποικίλα μεγέθη. Το άκρο του διαθέτει έναν ευρύτερο χώρο για τη συγκέντρωση του σπέρματος. Το προφυλακτικό παρεμποδίζει την απελευθέρωση του σπέρματος στον γυναικείο κόλπο, χρησιμοποιούμενο έτσι ως αντισυλληπτικόμέσο, αλλά ταυτόχρονα και ως προστατευτικό κατά των σεξουαλικά μεταδιδομένων νοσημάτων μετά από σεξουαλική επαφή με τον κόλπο ή το απευθυσμένο] [Συν. preservative, prophylactic,  rubber]



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Estimating the hypothetical dual health impact and cost-effectiveness of the Woman's Condom in selected sub-Saharan African countries.Mvundura M, Nundy N, Kilbourne-Brook M, Coffey PS. Int J Womens Health. 2015 Mar 5;7:271-7. 



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Υγιεινή: