Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

προκαλώ χάος

     prokalo΄cha΄οs    
wreak havoc

     ρικ χάβεκ    

Ερμηνεία:

Δημιουργία αναστάτωσης, χαοτικής κατάστασης, π.χ. The consequences of large increases in fructose flux to the liver may wreak havoc with the regulation of metabolism and would produce two opposite effects (inhibition and activation of AMP dependent kinase-AMPK) that would tend to cancel each other. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Graphene can wreak havoc with cell membranes. Dallavalle M, Calvaresi M, Bottoni A, Melle-Franco M, Zerbetto F. ACS Appl Mater Interfaces. 2015 Feb 25;7(7):4406-14. doi: 10.1021/am508938u. Epub 2015 Feb 11.

Neoliberal economic policies "wreak havoc" on people's health, says new UK health movement. Limb M. BMJ. 2012 Jul 13;345:e4803. doi: 10.1136/bmj.e4803.

Floods wreak havoc in East Africa. Moszynski P. BMJ. 2006 Sep 2;333(7566):464. 

 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: