Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

πικολινικός, -ή, -ό

     pikoliniko΄s, -i΄, -ο΄    
picolinate

     πικόλινεϊτ    

Ερμηνεία:

Aυτός που ανήκει στο πικολινικό ξύ, αυτός που είναι συνδεδεμένος με πικολινικό οξύ, το πικολινικό άλας]



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Latent ruthenium-indenylidene catalysts bearing a N-heterocyclic carbene and a bidentate picolinate ligand. Schmid TE, Modicom F, Dumas A, Borré E, Toupet L, Baslé O, Mauduit M. Beilstein J Org Chem. 2015 Sep 3;11:1541-6. doi: 10.3762/bjoc.11.169. eCollection 2015.

Effects of Chromium Picolinate on Food Intake and Satiety. Stephen D. Anton, Christopher D. Morrison, William T. Cefalu, Corby K. Martin, Sandra Coulon, Paula Geiselman, Hongmei Han, Christy L. White, Donald A. Williamson
Diabetes Technol Ther. 2008 October; 10(5): 405–412. doi: 10.1089/dia.2007.0292


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: