Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

περιορισμός

     periorismo΄s    
containment

     κοντέϊνμεντ    

Ερμηνεία:

Η  πράξη ελέγχου ή εξάπλωσης ή αναχαίτησης  κάποιου πράγματος ή επικίνδυνης κατάστασης. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Growth and containment of a hierarchical criminal network. Marshak CZ, Rombach MP, Bertozzi AL, D'Orsogna MR.Phys Rev E. 2016 Feb;93(2-1):022308. Epub 2016 Feb 23.

The stopped-drop method: a novel setup for containment-free and time-resolved measurements. Schiener A, Seifert S, Magerl A. J Synchrotron Radiat. 2016 Mar;23(Pt 2):545-50. doi: 10.1107/S1600577515023826. Epub 2016 Feb 2.

Integrating and rationalizing public healthcare services as a source of cost containment in times of economic crises.Pettoello-Mantovani M, Namazova-Baranova L, Ehrich J. Ital J Pediatr. 2016 Feb 24;42(1):18. doi: 10.1186/s13052-016-0231-1.



Συνώνυμα:
limiting; restricting





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: