Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

περιορίζω

     periorίzo    
restrain

     ριστρέϊν    

Ερμηνεία:

Βάζω μέσα σε όρια. Το restrain μπορεί να σημαίνει: ακινητοποιώ, συγκρατώ (Don’t Restrain Your Farts, μη συγκρατείς τις πορδές σου), δεσμεύω, συγκρατούμαι, κρατιέμαι (Reputations restrain).

.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Cadherin-6 promotes EMT and cancer metastasis by restraining autophagy. Gugnoni M, Sancisi V, Gandolfi G, Manzotti G, Ragazzi M, Giordano D, Tamagnini I, Tigano M, Frasoldati A, Piana S, Ciarrocchi A.Oncogene. 2017 Feb 2;36(5):667-677.

MiR-16-5p inhibits breast cancer by reducing AKT3 to restrain NF-κB pathway. Ruan L, Qian X.Biosci Rep. 2019 Aug  3;39(8):BSR20191611

Lung CD103+ dendritic cells restrain allergic airway inflammation through IL-12 production. Conejero L, Khouili SC, Martínez-Cano S, Izquierdo HM, Brandi P, Sancho D.JCI Insight. 2017 May 18;2(10):e90420.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: