Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

παχυσαρκιογόνος, -oς, -ο

     pachisarkioγο΄nos    
obesogenic

     obιζοτζένικ    

Ερμηνεία:

Αυτός που προκαλεί παχυσαρκία.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Juliana de Almeida Faria, Daniella Duque-Guimarães, Asha A. M. Carpenter, Elena Loche, Susan E. Ozanne
Sci Rep. 2017; 7: 44949. Published online 2017 Mar 24. doi: 10.1038/srep44949.
 
Christy Y.Y. Leung, Julie C. Lumeng, Niko A. Kaciroti, Yu Pu Chen, Katherine Rosenblum, Alison L. Miller
Appetite. 
Published in final edited form as: Appetite. 2014 Jul; 78: 139–146. Published online 2014 Mar 28.doi: 10.1016/j.appet.2014.03.025
 
Veena Mazarello Paes, Ken K Ong, Rajalakshmi Lakshman
BMJ Open. 2015; 5(9): e007396. Published online 2015 Sep 16. doi: 10.1136/bmjopen-2014-007396
 


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φυσιολογία,: