Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

παλμιτολεϊκό οξύ

     palmitoleiko΄ oxi΄    
palmitoleic acid

     παλμίτολεϊκ άσιd    

Ερμηνεία:

Το λιπαρό οξύ που αφθονεί στα καρύδια μακαντάμια. Είναι ένα ω-7 μονοακόρεστο λιπαρό οξύ. Αποτελεί συστατικό των γλυκεριδίων του ανθρώπινου λιπώδους ιστού. Αυξημένες συγκεντρώσεις του υπάρχουν στο ήπαρ. Βιοσυντίθεται από το παλμιτικό οξύ υπό την επίδραση του ενζύμου δέλτα-9-δεσατουράση.

Το παλμιτολεϊκό οξύ περιέχεται σε ζωικά και φυτικά έλαια και ιχθυέλαια. Φυτά, των οποίων οι καρποί περιέχουν παλμιτολεϊκό οξύ  είναι το λάδι των καρυδιών μακαντάμια (Macadamia integrifolia), το λάδι που υπάρχει στους καρπούς του ιπποφαούς (Hippophae rhamnoides)   

Έχει βρεθεί ότι αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη καταστέλλοντας τη φλεγμονή και την κατασταστροφή των  ινσουλινοεκκριτικών  β κυττάρων του παγκρέατος.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Chronic administration of palmitoleic acid reduces insulin resistance and hepatic lipid accumulation in KK-AyMice with genetic type 2 diabetes. Yang ZH1, Miyahara HHatanaka A.Lipids Health Dis. 2011 Jul 21;10:120. doi: 10.1186/1476-511X-10-120. 

 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: