Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

παγίωση

     paγi΄osi    
consolidation

     κονσολιdέϊσον    

Ερμηνεία:

Εδραίωση. Στην ακτινολογία σημαίνει πύκνωση



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Halloysite Nanotubes for Cleaning, Consolidation and Protection. Cavallaro G, Lazzara G, Milioto S, Parisi F. Chem Rec. 2018 Jan 10. doi: 10.1002/tcr.201700099.

The influence of REM sleep and SWS on emotional memory consolidation in participants reporting depressive symptoms. Harrington MO, Johnson JM, Croom HE, Pennington K, Durrant SJ. Cortex. 2017 Dec 15;99:281-295. doi: 10.1016/j.cortex.2017.12.004.

Spectral and temporal electroencephalography measures reveal distinct neural networks for the acquisition, consolidation, and interlimb transfer of motor skills in healthy young adults. Veldman MP, Maurits NM, Nijland MAM, Wolters NE, Mizelle JC, Hortobágyi T. Clin Neurophysiol. 2017 Dec 20;129(2):419-430. doi: 10.1016/j.clinph.2017.12.003.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: