Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

οπισθοπορεία, η

     opisthopori΄a    
opisthoporeia

     οπιστηοπόρια    

Ερμηνεία:

1. Ακούσιο βάδισμα προς τα πίσω. 2.  H κίνηση, η πορεία προς τα πίσω ή με την όπισθεν (αυτοκινήτου)



Ετυμολογία:

[οπισθο- (backward) + πορεία < πορεύω (to make to go, carry, convey)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Ακούσια πορεία προς τα πίσω, που συχνά έχει σχέση με τον παρκινσονισμό.  



Συνώνυμα:
retropulsion







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Νευρολογία: