Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ομοιότητα, η

     omiο΄tita    
semblance

     ριζέμbλανς    

Ερμηνεία:

Η εξωτερική εμφάνιση. Μορφή που σκόπημα παραπλανά. Δείγμα, ίχνος



Ετυμολογία:

Μεσαιωνικά Αγγλικά < Μεσαιωνικά Γαλλικά sembler ('seem, fa;inomai) < Λατινικά similis, όμοιος

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Soc Sci Med. 2011 Nov;73(9):1285-9. doi: 10.1016/j.socscimed.2011.08.015. Epub 2011 Sep 1.Consumers of eldercare in Sweden: the semblance of choice.


Συνώνυμα:
1. aspect, exterior, mien, air. 2. seeming.







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Υγιεινή: