Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ομοιοπλαστική

     omioplastiki'    
homoplasty

     oμόπλαστι    

Ερμηνεία:

1. Πλαστική εγχείρηση, στην οποία χρησιμοποιέιται ομοιομόσχευμα, δηλαδή μόσχευμα που έχει ληφθεί από άτομο του ιδίου είδους με τον λήπτη του μοσχεύματος.

2. Αλλογενής μεταμόσχευση.

3. Ομοιότητα μεταξύ οργάνων ή τμημάτων τους, που δεν οφείλεται σε κοινή προγονικότητα.

4. Στη βιολογία η ομοιοπλαστική συμβαίνει όταν οι χαρακτήρες είναι όμοιοι, αλλά δεν προέρχονται από κοινό πρόφονο

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

[Regenerative activity of muscle allografts and thymus status during long-term laser exposure of adrenals and homoplasty region prior to transplantation]. Buliakova NV, Azarova VS. Izv Akad Nauk Ser Biol. 2003 Jul-Aug;(4):416-26.

Auto- and homoplasty of mucosal defects of the larynx and trachea]. Riabina VP. Vestn Otorinolaringol. 1978 Sep-Oct;(5):28-32. Russian. 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Χειρουργική: