Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ομοιοθερμικός, -ή, -ό

     omiotherniko΄s, -i΄, -ο΄    
homeiothermal

     χομιοθέρμαλ    

Ερμηνεία:

Ατός που διατηρεί μια σταθερή θερμοκρασία στο σώμα του, ανεξάρτητα από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

[Erythrocytes of hetero- and homoiothermal animals in natural and artificial hypothermia]. Lomako VV, Shilo AV, Kovalenko IF, Babiĭchuk GA. Zh Evol Biokhim Fiziol. 2015 Jan-Feb;51(1):52-9. 



Συνώνυμα:
homeothermic (χόμιοθέρμικ)





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: