Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

οδοντοπροσωπικός, -ή, -ό

     οδontoprosopiko's, -i', -o'    
dentofacial

     dεντοφέϊσιαλ    

Ερμηνεία:

Αυτός που ανήκει στα δόντια και το πρόσωπο.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

L. M. Moreno Uribe, S. F. Miller
Orthod Craniofac Res. 
Published in final edited form as: Orthod Craniofac Res. 2015 Apr; 18(0 1): 91–99. doi: 10.1111/ocr.12083
 
Bahija Basheer, K Sundeep Hegde, Sham S Bhat, Dilshad Umar, Kusai Baroudi
J Int Oral Health. 2014 Nov-Dec; 6(6): 50–55.
 
Ceib Phillips, M. Elizabeth Bennett, Hillary L. Broder
Angle Orthod. 
Published in final edited form as: Angle Orthod. 1998 Dec; 68(6): 547–556.doi: 10.1043/0003-3219(1998)068<0547:DDPSOP>2.3.CO;2


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Οδοντιατρική: