Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

οδοντιατρική πορσελάνη, η

     [dένταλ πόoρσελεν]    
dental porcelain

     [oδontiatriki' porsela'ni]    

Ερμηνεία:



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Comparison of shear bond strength of two porcelain repair systems after different surface treatment.

Kalra A, Mohan MS, Gowda EM.

Contemp Clin Dent. 2015 Apr-Jun;6(2):196-200. doi: 10.4103/0976-237X.156045.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Oδοντιατρική: