Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ογκολυτικός, -ή, -ό

     ogkolitiko΄s, -i΄, -ο΄    
oncolytic

     ονκολάϊτικ    

Ερμηνεία:

Αυτός που προκαλεί ή ανήκει στην ογκόλυση.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Oncolytic Treatment for Cancer Recommended for Approval.. Fong Y. Mol Ther. 2015 Jul;23(7):1131. doi: 10.1038/mt.2015.94.

From virotherapy to oncolytic immunotherapy: where are we now? Coffin RS. Curr Opin Virol. 2015 Jun 25;13:93-100



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ογκολογία: