Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ξένος, -η, -ο

     xenos, -i, -o    
alien

     [αλάϊεν]    

Ερμηνεία:

1. Αυτός που δεν είναι δικός μας ή δεν έχει σχέση με μας. 2. Αυτός που δεν ανήκει στη φυλή μας ή ήλθε από το εξωτερικό. 3 Ο άγνωστος που δεν είναι φίλος ή γνωστός μας.



Ετυμολογία:

<(L) alienus < (Old French) alien

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Origin matters: diversity affects the performance of alien invasive species but not of native species. Sun Y, Müller-Schärer H, Maron JL, Schaffner U. Am Nat. 2015 Jun;185(6):725-36.



Συνώνυμα:
αλλότριος, -η, -ο, έπείσακτος, -η, -ο







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: