Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

νηφαλιότητα, η

     nifaliο΄tita    
sobriety

     σοbράϊετι    

Ερμηνεία:

Κατάσταση κατά την οποία παραμένει κανείς με ψύχραιμη ή ατάραχη διάθεση, διότι δεν έχει καταναλώση οινόπνευμα που θα μπορούσε να του διαταράξει την ηρεμία



Ετυμολογία:

[<(Ιπποκράτης) νήφω (απέχω του οίνου, είμαι νηφάλιος, δεν έχω πιεί)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

January 1920: the beginning of nationwide sobriety. Aronson SM.R I Med J (2013). 2014 Jan 5;98(1):11.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχιατρική: