Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

νηφάλιος, α, ο

     [σόber]    
sober

     [nifa΄lios, -a, -o]    

Ερμηνεία:

O ήρεμος, ο ατάραχος, αυτός που δεν έχει πιεί, αυτός που δεν βρίσκεται υπό την επήρρεια του οινοπνεύματος. 



Ετυμολογία:

[<(Ιπποκράτης) νήφω (απέχω του οίνου, είμαι νηφάλιος, δεν έχω πιεί)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

The Evolution of Peer Run Sober Housing as a Recovery Resource for California Communities. Wittman FD, Polcin D. Int J Self Help Self Care. 2014;8(2):157-187.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχιατρική: