Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

μπαγιάτικος

         
stale

         

Ερμηνεία:

Πεπαλαιωμένος, παλιωμένος, ξερός, ταγκός, ξεθυμασμένος, ληγμένος, ξεπερασμένος



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Effects of stale maize on growth performance, immunity, intestinal morphology and antioxidant capacity in broilers.Liu JB, Yan HL, Zhang Y, Hu YD, Zhang HF.Asian-Australas J Anim Sci. 2020 Apr;33(4):605-614.

From stale bread and brewers spent grain to a new food source using edible filamentous fungi.Gmoser R, Fristedt R, Larsson K, Undeland I, Taherzadeh MJ, Lennartsson PR.Bioengineered. 2020 Dec;11(1):582-598.

Bad Medicine: Pale, stale, snowflake male.Spence D.Br J Gen Pract. 2019 Jan;69(678):34. 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Δημόσια υγεία: