Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

μονήρες οξυγόνο

     moni΄res oxiγo΄no    
singlet oxygen

     σίνγκλετ όξιτζεν    

Ερμηνεία:

Mορφή οξυγόνου υψηλής ενέργειας, που είναι πολύ πιο αντιδρώσα προς τις οργανικές ενώσεις. Ευθύνεται για τη φωτοδιάσπαση πολλών υλικών. Χρησιμοποιείται στη φωτοδυναμική θεραπεία και την παρασκευαστική οργανική χημεία.
Το μονοατομικό οξυγόνο προκαλεί βλάβες σε βιολογικές δομές στην ακτίνα διάχυσής, οδηγώντας σε τοπική απόφραξη αγγείων, κυτταρική βλάβη και υπό ορισμένες συνθήκες κυτταρικό θάνατο.

Ίχνη του μονήρους οξυγόνου ανιχνεύονται στην ανώτερη ατμόσφαιρα και στη μολυσμένη από ρύπους ατμόσφαιρα των μεγαλουπόλεων, προκαλώντας την παραγωγή διοξειδίου του αζώτου (nitrogen dioxide), που βλάπτει τους πνεύμονες


 

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Nishiyama Y1, Allakhverdiev SI, Yamamoto H, Hayashi H, Murata N. Singlet oxygen inhibits the repair of photosystem II by suppressing the translation elongation of the D1 protein in Synechocystis sp. PCC 6803. Biochemistry. 2004 Sep 7;43(35):11321-30.



Συνώνυμα:
μονοατομικό οξυγόνο singlet oxygen





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Χημεία: